Situationship: Όταν θέλουμε σύνδεση αλλά φοβόμαστε τη δέσμευση

Για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία έχουμε τόσους πολλούς τρόπους να γνωρίσουμε ανθρώπους. Οι εφαρμογές γνωριμιών, τα κοινωνικά δίκτυα και η συνεχής επικοινωνία μάς δίνουν περισσότερες ευκαιρίες σύνδεσης από ποτέ.
Και όμως, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο από ποτέ να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Κάπου ανάμεσα στο «είμαστε μαζί» και στο «απλώς περνάμε καλά» εμφανίστηκε ένας νέος όρος: situationship.
Δεν είναι απλώς ένας νέος όρος για μια μορφή σχέσης. Είναι ένας καθρέφτης μιας μεγαλύτερης αλλαγής στον τρόπο που βλέπουμε την αγάπη, την ελευθερία, την επιλογή και τη δέσμευση.
Γιατί ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο «τι είδους σχέση θέλουμε;». Είναι και το αν μπορούμε να δημιουργήσουμε σύνδεση χωρίς να φοβόμαστε την ευθύνη που αυτή φέρνει.

Τι είναι το situationship;

Το situationship είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να περιγράψει μια σχέση που βρίσκεται κάπου στη μέση.
Δεν είναι ακριβώς φιλία, αλλά ούτε και μια παραδοσιακή σχέση με ξεκάθαρη δέσμευση και κοινά συμφωνημένο μέλλον.
Είναι μια κατάσταση όπου δύο άνθρωποι έχουν σύνδεση, περνούν χρόνο μαζί, υπάρχει ενδιαφέρον, έλξη ή συναισθηματική οικειότητα, αλλά κανείς δεν έχει ορίσει ξεκάθαρα τι ακριβώς είναι αυτό που συμβαίνει μεταξύ τους.
Μπορεί δύο άνθρωποι να μιλούν κάθε μέρα, να βγαίνουν, να ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον και πολλές φορές να συμπεριφέρονται σαν ζευγάρι, αλλά όταν εμφανιστεί η ερώτηση «Τελικά, τι είμαστε;», η απάντηση να μην είναι τόσο απλή.
Για κάποιους ανθρώπους ένα situationship μπορεί να είναι μια θετική εμπειρία. Μπορεί να τους δώσει χρόνο να γνωρίσουν καλύτερα τον άλλον, να καταλάβουν τι θέλουν και να αφήσουν μια σχέση να εξελιχθεί χωρίς πίεση.
Για άλλους όμως μπορεί να γίνει μια πηγή συνεχούς αβεβαιότητας, ιδιαίτερα όταν οι δύο άνθρωποι δεν βρίσκονται στο ίδιο σημείο συναισθηματικά.
Ο ένας μπορεί να βλέπει αυτή τη σύνδεση σαν κάτι που χτίζεται σταδιακά. Ο άλλος μπορεί να τη βλέπει σαν μια προσωρινή κατάσταση χωρίς προοπτική.
Εκεί εμφανίζεται το πραγματικό πρόβλημα: όχι στην απουσία μιας ταμπέλας, αλλά στην ύπαρξη δύο διαφορετικών πραγματικοτήτων.
Μια σχέση δεν γίνεται υγιής επειδή ονομάζεται «σχέση». Γίνεται υγιής όταν οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτή γνωρίζουν τι επιλέγουν και το επιλέγουν με ειλικρίνεια.

Πώς ξεκίνησε η φάση του situationship;

Το situationship δεν εμφανίστηκε ξαφνικά.
Ο όρος έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής μέσα στη δεκαετία του 2010, μαζί με την άνοδο των εφαρμογών γνωριμιών, των κοινωνικών δικτύων και των νέων τρόπων επικοινωνίας.
Η ιδέα όμως πίσω από αυτό δεν είναι καινούργια.
Πάντα υπήρχαν άνθρωποι που είχαν μια δυνατή σύνδεση χωρίς να την ονομάζουν επίσημη σχέση. Υπήρχαν σχέσεις που βρίσκονταν ανάμεσα στη φιλία και στον έρωτα, χωρίς σαφή όρια ή ξεκάθαρες συμφωνίες.
Η διαφορά σήμερα είναι ότι τέτοιες καταστάσεις έχουν γίνει πιο συχνές, πιο ορατές και πιο εύκολο να διατηρηθούν.
Οι εφαρμογές γνωριμιών έκαναν πιο εύκολο το να γνωρίσουμε νέους ανθρώπους. Τα κοινωνικά δίκτυα δημιούργησαν τη δυνατότητα συνεχούς επαφής, χωρίς όμως η επικοινωνία να σημαίνει απαραίτητα βαθύτερη σύνδεση.
Μπορεί κάποιος να είναι συνεχώς παρών στη ζωή μας μέσα από μηνύματα, reactions και καθημερινές συζητήσεις, χωρίς ποτέ να γίνει ξεκάθαρο ποιος είναι ο ρόλος του στη ζωή μας.
Παράλληλα, άλλαξε και ο τρόπος που πολλοί άνθρωποι βλέπουν τις σχέσεις.
Το παραδοσιακό μοντέλο:
«γνωρίζω κάποιον → κάνουμε σχέση → δημιουργούμε κοινή ζωή»
δεν είναι πλέον η μοναδική επιλογή.
Πολλοί άνθρωποι θέλουν περισσότερη προσωπική ελευθερία, περισσότερο χώρο για τον εαυτό τους και διαφορετικούς τρόπους σύνδεσης.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι άνθρωποι αγαπούν λιγότερο ή ότι είναι λιγότερο ικανοί για δέσμευση.
Σημαίνει ότι η έννοια της σχέσης έχει γίνει πιο περίπλοκη.
Μαζί όμως με την ελευθερία των περισσότερων επιλογών εμφανίστηκε και μια νέα πρόκληση:
Πώς μπορούμε να είμαστε κοντά με κάποιον χωρίς να αισθανόμαστε ότι χάνουμε τον εαυτό μας;
Και ταυτόχρονα:
Πώς μπορούμε να προστατεύουμε την ανεξαρτησία μας χωρίς να αποφεύγουμε τη βαθύτερη σύνδεση;
Ίσως αυτό είναι και το πραγματικό νόημα πίσω από την εμφάνιση των situationships.
Δεν περιγράφουν απλώς μια νέα μορφή σχέσης.
Περιγράφουν μια εποχή όπου οι άνθρωποι αναζητούν ταυτόχρονα δύο πράγματα που συχνά συγκρούονται: την ελευθερία και την οικειότητα, την ανεξαρτησία και τη σύνδεση, την επιλογή και την ασφάλεια.

Πώς επηρεάζει το situationship την ψυχική υγεία των νέων;

Ένα situationship μπορεί να έχει τόσο θετικές όσο και δύσκολες πλευρές.
Από τη μία πλευρά, μπορεί να λειτουργήσει σαν μια περίοδος εξερεύνησης. Μπορεί να δώσει σε κάποιον τον χρόνο να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, να καταλάβει τι θέλει πραγματικά από μια σχέση και να μην πιεστεί να μπει γρήγορα σε μια δέσμευση για την οποία δεν είναι έτοιμος.
Για κάποιους ανθρώπους αυτή η μορφή σύνδεσης μπορεί να είναι ένας τρόπος να ανακαλύψουν τι τους ταιριάζει, χωρίς να ακολουθήσουν απαραίτητα ένα προκαθορισμένο μοντέλο σχέσης.
Αυτό όμως λειτουργεί μόνο όταν υπάρχει μια κοινή αντίληψη για το τι συμβαίνει.
Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η αβεβαιότητα γίνεται μόνιμη κατάσταση.
Όταν κάποιος σκέφτεται συνεχώς:
«Τι είμαστε τελικά;»
«Με βλέπει σοβαρά;»
«Πηγαίνει κάπου όλο αυτό;»
τότε η σχέση μπορεί να μετατραπεί από πηγή χαράς σε πηγή άγχους.
Η συνεχής αναζήτηση απαντήσεων μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάλυση, ανασφάλεια και συναισθηματική εξάντληση.
Ακόμα πιο δύσκολο γίνεται όταν οι δύο άνθρωποι δεν επενδύουν με τον ίδιο τρόπο.
Ο ένας μπορεί να αρχίζει να δένεται, να κάνει σχέδια και να βλέπει τη σχέση ως κάτι που εξελίσσεται. Ο άλλος μπορεί να απολαμβάνει τη σύνδεση, αλλά να μην τη βλέπει ως κάτι που θέλει να προχωρήσει.
Σε αυτή την περίπτωση το πρόβλημα δεν είναι ότι η σχέση δεν έχει επίσημη ονομασία.
Το πρόβλημα είναι ότι δύο άνθρωποι ζουν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας κατάστασης.
Η ψυχική υγεία δεν προστατεύεται από την ύπαρξη μιας ταμπέλας. Προστατεύεται από την ειλικρίνεια, την επικοινωνία και την αμοιβαία κατανόηση.

Πώς επηρεάζει το situationship τη σεξουαλική υγεία;

Μια σχέση που δεν ακολουθεί το παραδοσιακό μοντέλο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι ανεύθυνη.
Δύο άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν μια πιο ελεύθερη μορφή σύνδεσης και ταυτόχρονα να λειτουργούν με ωριμότητα.
Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να συζητούν ανοιχτά για τα όριά τους, την προστασία, τις εξετάσεις για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, την αποκλειστικότητα ή το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι στη ζωή τους.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην απουσία μιας παραδοσιακής δέσμευσης.
Βρίσκεται στην απουσία επικοινωνίας.
Όταν δύο άνθρωποι δεν έχουν μιλήσει ξεκάθαρα για το τι περιμένει ο καθένας, μπορεί εύκολα να δημιουργηθούν διαφορετικές αντιλήψεις.
Ο ένας μπορεί να πιστεύει ότι χτίζεται μια σχέση. Ο άλλος μπορεί να θεωρεί ότι πρόκειται απλώς για μια προσωρινή εμπειρία.
Αυτή η διαφορά δεν επηρεάζει μόνο τα συναισθήματα. Μπορεί να επηρεάσει και τις αποφάσεις γύρω από τη σεξουαλική ζωή.
Κάποιος μπορεί να παραμένει σε μια κατάσταση επειδή ελπίζει ότι κάποια στιγμή θα εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο, ενώ στην πραγματικότητα οι ανάγκες του δεν καλύπτονται.
Η υγιής βάση λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει ή όχι δέσμευση.
Είναι η συναίνεση, η ειλικρίνεια και ο σεβασμός.

Ελευθερία, αγάπη και ευθύνη: το πραγματικό δίλημμα

Ίσως το πιο βαθύ ερώτημα γύρω από τα situationships δεν είναι αν είναι «καλά» ή «κακά».
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Μπορεί κάποιος να θέλει ελευθερία χωρίς να αποφεύγει την ευθύνη;
Δεν θέλουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια μορφή σχέσης. Κάποιοι άνθρωποι δεν επιθυμούν γάμο, συγκατοίκηση ή αποκλειστικότητα. Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι είναι ανώριμοι ή ότι δεν μπορούν να αγαπήσουν.
Η ελευθερία μέσα στις σχέσεις είναι πραγματική όταν βασίζεται σε συνειδητή επιλογή και από τους δύο ανθρώπους.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι κάποιος να μη θέλει δέσμευση.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν κάποιος αναζητά τα θετικά μιας σχέσης —την αγάπη, τη συντροφικότητα, τη σωματική οικειότητα και τη συναισθηματική στήριξη— χωρίς να είναι έτοιμος να αναγνωρίσει ότι μια ουσιαστική σύνδεση χρειάζεται επίσης προσπάθεια, σταθερότητα και σεβασμό στις ανάγκες του άλλου ανθρώπου.
Τότε εμφανίζεται ένα σημαντικό ερώτημα:
Μήπως κάποιος θέλει τα οφέλη μιας σχέσης χωρίς να είναι πρόθυμος να αντιμετωπίσει και τις απαιτήσεις της;
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην ελευθερία και στην αποφυγή.
Η ελευθερία λέει:
«Ξέρουμε τι επιλέγουμε και το επιλέγουμε συνειδητά.»
Η αποφυγή λέει:
«Θέλω την εγγύτητα όσο όλα είναι εύκολα, αλλά απομακρύνομαι όταν εμφανίζονται ανάγκες, δυσκολίες ή συναισθήματα.»

Μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς ευθύνη;

Στη σύγχρονη κουλτούρα η αγάπη συχνά παρουσιάζεται κυρίως ως συναίσθημα.
«Νιώθω κάτι.»
«Με ελκύει.»
«Περνάω όμορφα μαζί του.»
Όλα αυτά έχουν σημασία.
Όμως η αγάπη δεν είναι μόνο αυτό που αισθανόμαστε. Είναι και ο τρόπος που επιλέγουμε να υπάρχουμε απέναντι στον άλλον άνθρωπο.
Ο Erich Fromm, στο έργο του «Η Τέχνη της Αγάπης», υποστήριξε ότι η ώριμη αγάπη δεν είναι κάτι που απλώς μας συμβαίνει. Είναι μια ικανότητα που χρειάζεται καλλιέργεια.
Για τον Fromm, η αγάπη βασίζεται σε τέσσερα στοιχεία: τη φροντίδα, την ευθύνη, τον σεβασμό και τη γνώση του άλλου.
Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη δεν είναι μόνο το:
«Μου αρέσεις.»
ή:
«Με κάνεις να νιώθω καλά.»
Είναι και το:
«Καταλαβαίνω ότι είσαι ένας ξεχωριστός άνθρωπος με τις δικές σου ανάγκες, φόβους και επιθυμίες.»
Η παρουσία μας στη ζωή κάποιου έχει συνέπειες.
Ακόμα και όταν δεν το θέλουμε, επηρεάζουμε τον άλλον άνθρωπο με τον τρόπο που πλησιάζουμε, με τον τρόπο που απομακρυνόμαστε και με τις προσδοκίες που δημιουργούμε.
Η ώριμη αγάπη δεν σημαίνει να χάνουμε τον εαυτό μας για κάποιον άλλο.
Σημαίνει να μπορούμε να ενδιαφερόμαστε για τον άλλον χωρίς να ξεχνάμε ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο και όχι απλώς κάποιος που καλύπτει τις ανάγκες μας.

Η ελευθερία και η δέσμευση: δύο αντίθετα ή δύο επιλογές;

Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα γύρω από τις σύγχρονες σχέσεις είναι αν η δέσμευση περιορίζει την ελευθερία.
Η απάντηση εξαρτάται από το πώς ορίζουμε την ελευθερία.
Αν ελευθερία σημαίνει «δεν έχω κανέναν περιορισμό και δεν χρειάζεται να δίνω λογαριασμό σε κανέναν», τότε πράγματι μια σχέση μπορεί να μοιάζει σαν περιορισμός.
Μια ουσιαστική σχέση όμως δεν βασίζεται μόνο στην επιθυμία. Χρειάζεται χρόνο, παρουσία, προσπάθεια και την ικανότητα να υπολογίζουμε έναν άλλον άνθρωπο στις επιλογές μας.
Υπάρχει όμως και ένας διαφορετικός τρόπος να δούμε την ελευθερία.
Ίσως ελευθερία δεν είναι η απουσία κάθε δεσμού. Ίσως είναι η δυνατότητα να επιλέγουμε συνειδητά ποιοι δεσμοί έχουν πραγματική αξία για εμάς.
Όταν επιλέγω έναν άνθρωπο, δεν χάνω την ελευθερία μου επειδή δεν επιλέγω όλους τους άλλους.
Αντίθετα, η επιλογή αποκτά νόημα ακριβώς επειδή σημαίνει ότι αποφασίζω πού θέλω να επενδύσω τον χρόνο, την ενέργεια και τα συναισθήματά μου.
Ένας μουσικός δεν γίνεται ελεύθερος επειδή μπορεί να παίξει κάθε μέρα κάτι διαφορετικό χωρίς καμία κατεύθυνση. Γίνεται ελεύθερος μέσα από την αφοσίωση, την εξάσκηση και τη βαθιά γνώση αυτού που κάνει.
Κάπως έτσι λειτουργούν και οι σχέσεις.
Η εμπιστοσύνη χρειάζεται χρόνο.
Η οικειότητα χρειάζεται ευαλωτότητα.
Η βαθιά σύνδεση χρειάζεται σταθερότητα.
Η δέσμευση δεν είναι πάντα η απώλεια της ελευθερίας.
Μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας ελεύθερης επιλογής.
Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι έχουμε λίγες επιλογές, αλλά ότι έχουμε τόσες πολλές ώστε δυσκολευόμαστε να επιλέξουμε πραγματικά.
Ο Søren Kierkegaard είχε μιλήσει για το άγχος που δημιουργείται από τις αμέτρητες δυνατότητες επιλογής.
Η ελευθερία δεν είναι μόνο η χαρά του να μπορούμε να επιλέγουμε. Είναι και η ευθύνη να αποδεχόμαστε ότι κάθε επιλογή σημαίνει πως κάποιες άλλες πιθανότητες μένουν πίσω.
Όταν όλα παραμένουν ανοιχτά για πάντα, υπάρχει ο κίνδυνος τίποτα να μη χτιστεί πραγματικά σε βάθος.

Η ελευθερία χωρίς ευθύνη

Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία στη συζήτηση για τις σύγχρονες σχέσεις είναι η σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη.
Ο Viktor Frankl είχε υποστηρίξει ότι η πραγματική ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ευθύνη.
Το γεγονός ότι έχουμε το δικαίωμα να επιλέγουμε δεν σημαίνει ότι μπορούμε να αγνοούμε τις συνέπειες των επιλογών μας.
Ο Frankl χρησιμοποίησε μια δυνατή συμβολική εικόνα: όπως υπάρχει το Άγαλμα της Ελευθερίας στην ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει και ένα «Άγαλμα της Ευθύνης» στη δυτική ακτή.
Το μήνυμα πίσω από αυτή την ιδέα είναι απλό:
Η ελευθερία δεν σημαίνει:
«Κάνω ό,τι θέλω χωρίς να σκέφτομαι κανέναν.»
Σημαίνει:
«Επιλέγω συνειδητά και αναγνωρίζω ότι οι επιλογές μου επηρεάζουν και άλλους ανθρώπους.»
Στις σχέσεις αυτό σημαίνει ότι έχω κάθε δικαίωμα να μη θέλω μια δεσμευμένη σχέση.
Είναι απολύτως θεμιτό κάποιος να επιλέγει μια διαφορετική μορφή σύνδεσης ή να μην είναι έτοιμος για κάτι πιο σοβαρό.
Όμως υπάρχει και μια ευθύνη:
Να το επικοινωνεί καθαρά.
Δεν είναι δίκαιο να αφήνω έναν άνθρωπο να επενδύει συναισθηματικά, ενώ γνωρίζω ότι δεν θέλω το ίδιο πράγμα.
Δεν είναι δίκαιο να κρατώ κάποιον κοντά μόνο επειδή μου προσφέρει ασφάλεια, συντροφιά ή επιβεβαίωση.
Η ελευθερία στις σχέσεις δεν σημαίνει ότι οι ανάγκες του ενός έχουν μεγαλύτερη αξία από τις ανάγκες του άλλου.
Σημαίνει ότι δύο άνθρωποι μπορούν να επιλέγουν διαφορετικά, αρκεί να βλέπουν καθαρά ο ένας τον άλλον.

Όταν οι σχέσεις αρχίζουν να μοιάζουν με καταναλωτικές επιλογές

Η συζήτηση για τα situationships δεν αφορά μόνο τον τρόπο που δημιουργούμε σχέσεις.
Αφορά και κάτι μεγαλύτερο: τον τρόπο που η σύγχρονη κοινωνία έχει μάθει να βλέπει τις επιλογές και την προσωπική ικανοποίηση.
Η λογική της κατανάλωσης είναι απλή:
Επιλέγω κάτι επειδή καλύπτει μια ανάγκη μου. Αν πάψει να με ικανοποιεί, αναζητώ κάτι άλλο.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η λογική έχει αρχίσει να επηρεάζει και τον τρόπο που βλέπουμε τους ανθρώπους.
Στις εφαρμογές γνωριμιών ο άνθρωπος συχνά παρουσιάζεται σαν ένα προφίλ: μια φωτογραφία, μερικές πληροφορίες, κάποια ενδιαφέροντα και μια πρώτη εντύπωση.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αποφασίζουμε αν κάποιος αξίζει την προσοχή μας ή αν μπορούμε απλώς να προχωρήσουμε στον επόμενο.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό.
Οι επιλογές και η ελευθερία γνωριμιών μπορούν να είναι κάτι θετικό.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η ίδια λογική μεταφέρεται μέσα στις σχέσεις.
Όταν ο άλλος άνθρωπος αξιολογείται μόνο μέσα από το τι μας προσφέρει:
«Με κάνει ευτυχισμένο;»
«Με καλύπτει αρκετά;»
«Υπάρχει κάποιος καλύτερος εκεί έξω;»
Τότε η σχέση κινδυνεύει να γίνει μια συνεχής αξιολόγηση, σαν μια επιλογή που πρέπει συνεχώς να επιβεβαιώνουμε.
Η πιο βαθιά ερώτηση όμως μιας ώριμης σχέσης δεν είναι μόνο:
«Τι παίρνω από αυτόν τον άνθρωπο;»
Είναι και:
«Ποιος γίνομαι εγώ μέσα από αυτή τη σχέση;»
Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην κατανάλωση και στην αγάπη είναι ότι η κατανάλωση βασίζεται κυρίως στην ικανοποίηση, ενώ η αγάπη περιλαμβάνει και φροντίδα.
Η καταναλωτική λογική λέει:
«Μένω όσο αυτό με κάνει να νιώθω καλά.»
Η ώριμη αγάπη λέει:
«Μένω γιατί αυτό που έχουμε αξίζει να το φροντίσω.»
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι πρέπει κάποιος να μένει σε μια σχέση που τον πληγώνει ή να αγνοεί τα προσωπικά του όρια.
Η αγάπη δεν σημαίνει να αντέχεις τα πάντα.
Σημαίνει όμως ότι οι δυσκολίες δεν σημαίνουν αυτόματα ότι κάτι απέτυχε και πρέπει να αντικατασταθεί.

Η ρευστή αγάπη και η δυσκολία της επιλογής

Ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman μίλησε για τη «ρευστή αγάπη» της σύγχρονης εποχής.
Περιέγραψε μια κοινωνία όπου πολλοί άνθρωποι θέλουν δύο πράγματα που συχνά συγκρούονται μεταξύ τους:
Θέλουν σύνδεση, αλλά φοβούνται την απώλεια της ανεξαρτησίας τους.
Θέλουν να αγαπηθούν, αλλά φοβούνται να γίνουν πραγματικά ευάλωτοι.
Θέλουν κάποιον κοντά τους, αλλά θέλουν πάντα να υπάρχει μια εύκολη έξοδος.
Αυτό ίσως εξηγεί γιατί τα situationships έχουν γίνει τόσο συνηθισμένα.
Δεν είναι απλώς ένας νέος τρόπος σχέσης.
Είναι η έκφραση μιας μεγαλύτερης αντίφασης:
Θέλουμε την ασφάλεια της εγγύτητας, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να διατηρούμε όλες τις πιθανότητες ανοιχτές.
Η πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην απόλυτη ελευθερία και στην απόλυτη δέσμευση.
Η πρόκληση είναι να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στα δύο.
Να μπορούμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας χωρίς να χτίζουμε τείχη.
Να μπορούμε να αγαπάμε χωρίς να χάνουμε την προσωπική μας ταυτότητα.
Να μπορούμε να πλησιάζουμε έναν άνθρωπο χωρίς να βλέπουμε κάθε δυσκολία ως λόγο αποχώρησης.

Περισσότερες επιλογές, λιγότερη σύνδεση;

Αυτό είναι ίσως το μεγάλο παράδοξο της εποχής μας.
Ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να γνωρίσουμε ανθρώπους.
Έχουμε εφαρμογές γνωριμιών, κοινωνικά δίκτυα και αμέτρητους τρόπους επικοινωνίας.
Μπορούμε να στείλουμε ένα μήνυμα σε λίγα δευτερόλεπτα και να γνωρίσουμε ανθρώπους που παλιότερα δεν θα συναντούσαμε ποτέ.
Και όμως, πολλοί άνθρωποι αισθάνονται πιο μόνοι.
Γιατί η δυνατότητα σύνδεσης δεν σημαίνει απαραίτητα βαθιά σύνδεση.
Μπορούμε να μιλάμε καθημερινά με κάποιον και παρ’ όλα αυτά να μην τον γνωρίζουμε πραγματικά.
Μπορούμε να έχουμε πολλές επιλογές και ταυτόχρονα να δυσκολευόμαστε να επενδύσουμε σε μία.
Ίσως το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι έχουμε λίγες ευκαιρίες.
Ίσως είναι ότι έχουμε τόσες πολλές, ώστε μερικές φορές φοβόμαστε να χάσουμε μια πιθανότητα που δεν επιλέξαμε.
Κρατάμε ανοιχτές όλες τις πόρτες, αλλά μερικές φορές ξεχνάμε ότι για να χτίσουμε κάτι ουσιαστικό χρειάζεται να περάσουμε πραγματικά μέσα από κάποια από αυτές.
Η σύνδεση χρειάζεται επιλογή.
Και η επιλογή χρειάζεται την αποδοχή ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε όλες τις πιθανές ζωές ταυτόχρονα.

Το πραγματικό ερώτημα πίσω από τα situationships

Ίσως τελικά το situationship δεν είναι το πραγματικό θέμα.
Είναι περισσότερο ένας καθρέφτης του τρόπου που βλέπουμε σήμερα την αγάπη, την ελευθερία και τον εαυτό μας.
Μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε:
Μπορώ να θέλω ελευθερία χωρίς να αποφεύγω την ευθύνη;
Μπορώ να ζητάω την οικειότητα ενός ανθρώπου χωρίς να αναγνωρίζω την επίδραση που έχω πάνω του;
Μπορώ να κρατάω όλες τις επιλογές ανοιχτές και ταυτόχρονα να δημιουργώ κάτι πραγματικά βαθύ;
Ίσως η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην απόλυτη ανεξαρτησία ούτε στην απόλυτη δέσμευση.
Βρίσκεται στην επιλογή με επίγνωση.
Στο να μπορώ να πω:
«Σε επιλέγω όχι επειδή δεν έχω άλλες επιλογές, αλλά επειδή μέσα σε όλες τις επιλογές βλέπω την αξία σου.»
Και ταυτόχρονα:
«Σε αγαπώ χωρίς να σε χρησιμοποιώ για να καλύψεις τα δικά μου κενά.»
Η πραγματική ελευθερία ίσως δεν είναι να μη χρειαζόμαστε κανέναν.
Ίσως είναι να μπορούμε να αγαπήσουμε κάποιον χωρίς να χάσουμε τον εαυτό μας.
Γιατί τελικά η ωριμότητα δεν βρίσκεται στο να κρατάμε όλες τις πόρτες ανοιχτές για πάντα.
Βρίσκεται στο να αναγνωρίζουμε ποια πόρτα αξίζει να περάσουμε και να έχουμε το θάρρος να περάσουμε μέσα από αυτήν και να μείνουμε εκεί.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Bauman, Z. (2003). Liquid Love: On the Frailty of Human Bonds. Cambridge: Polity Press.
  • Frankl, V. E. (1959). Man’s Search for Meaning. Boston: Beacon Press.
  • Fromm, E. (1956). The Art of Loving: An Inquiry into the Nature of Love. New York: Harper & Row.

Αφήστε μια απάντηση

Το περιεχόμενο του eshop μας απευθύνεται σε ενήλικες. Με την είσοδό σας αποδέχεστε ότι είστε άνω των 18 ετών. Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη εμπειρία σας.